
Η εσωκομματική κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ μοιάζει εκρηκτική, με τον Νίκο Ανδρουλάκη και τους συνεργάτες του να βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο κύμα εσωτερικών τριβών, λίγο πριν από το κρίσιμο συνέδριο του κόμματος. Αποδείχθηκε για άλλη μια φορά ότι οι καλά μελετημένες κινήσεις στην πολιτική δεν είναι πάντα αρκετές, όταν η υλοποίηση χωλαίνει. Η επιτροπή που είχε αναλάβει να «διευρύνει» τις προοπτικές του κόμματος, φαινομενικά, έκανε τις πρώτες της ανακοινώσεις, οι οποίες όμως, αντί να προϊδεάζουν για μια νέα εποχή, δημιούργησαν γκάφες που προκάλεσαν αμηχανία και δυσπιστία. Η αρχική αισιοδοξία που ίσως επικράτησε στο επιτελείο, γρήγορα σκορπίστηκε από τις αρνητικές εξελίξεις, υπονομεύοντας την εικόνα της προσπάθειας για ευρύτερη αποδοχή και συμμετοχή. Η αίσθηση της παρακμής που πλανάται στον χώρο, δείχνει να εντείνεται.
Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να έρθουν, και μάλιστα από πρόσωπα που η ανακοίνωση της Επιτροπής Διεύρυνσης τους ενέγραφε ως «συμμάχους» ή «υποστηρικτές» του εγχειρήματος. Ο καταξιωμένος συνθέτης Βαγγέλης Κορακάκης, γνωστός για την καλλιτεχνική του πορεία και την ανεξάρτητη φωνή του, έσπευσε να ξεκαθαρίσει, μέσω δηλώσεων, πως δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόθεση από την πλευρά του, ούτε είχε ποτέ προ κάνει μια τέτοια συμφωνία. Παρόμοια στάση κράτησε και ο συγγραφέας Μιχάλης Πατεντάλης, ο οποίος επίσης διέψευσε την αναφορά του ονόματός του, εκφράζοντας την έκπληξή του για αυτή την επι selec tive παρουσίαση της πραγματικότητας. Αυτοί οι άμεσοι και σαφείς διαχωρισμοί από πρόσωπα που θεωρούνται σημαντικά στον ευρύτερο πολιτιστικό και κοινωνικό χώρο, δείχνουν ξεκάθαρα την αποτυχία της Επιτροπής να επικοινωνήσει αποτελεσματικά και να εξασφαλίσει πραγματικές συναινέσεις.
Η όλη υπόθεση δεν είναι απλώς μια ατυχής επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά μία ενδειξη βαθύτερων δυσκολιών στην κατανόηση του εκλογικού σώματος και στην προσέγγισή του. Το επιτελείο του Νίκου Ανδρουλάκη φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην ανάλυση των κοινωνικών ρευμάτων και των προσδοκιών των πολιτών. Η στρατηγική της «διεύρυνσης», αντί για ένα σαφές μήνυμα συσπείρωσης και καλωσορίσματος, μοιάζει να αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο το κόμμα, δημιουργώντας την εντύπωση ενός σχήματος που δεν ξέρει πού πάει. Οι διαψεύσεις αυτές λειτουργούν σαν «γάγγραινα» που μολύνει την ήδη εύθραυστη εικόνα του κόμματος, πυροδοτώντας φήμες και εσωκομματικές αναφορές για την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας και της στρατηγικής της. Η κληρονομιά του κόμματος, άλλωστε, απαιτεί προσοχή. Το επικείμενο συνέδριο αναμένεται να γίνει το πεδίο όπου θα αναλυθούν και θα κριθούν αυτές οι εξελίξεις.
Η απογοήτευση είναι διάχυτη μεταξύ των στελεχών, οι οποίοι βλέπουν τις προσπάθειες για ανανέωση και ανάπτυξη να σκοντάφτουν σε «έλλειψη ρεαλισμού» και «λάθος εκτιμήσεις». Η ανακοίνωση της Επιτροπής Διεύρυνσης, με την ενσωμάτωση ονομάτων που δεν σχετίζονται με το κόμμα, ερμηνεύεται από πολλούς ως μία απεγνωσμένη κίνηση για να δείξει το ΠΑΣΟΚ ότι «μεγάλο» και «ενωτικό», χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη δουλειά για ουσιαστικές συνεννοήσεις. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με τις διαψεύσεις, θέτει σοβαρά ερωτήματα για την ικανότητα της ηγεσίας να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας και να χτίζει πραγματικές συμμαχίες. Οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις αναμένεται να είναι έντονες. Η παρούσα συγκυρία απαιτεί από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να αναλάβει την ευθύνη των λαθών της και να αναζητήσει νέες, πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις.
Η αποτυχία της επικοινωνιακής στρατηγικής για τη «διεύρυνση» δεν πρέπει να επισκιάσει την ανάγκη για ουσιαστικό διάλογο και πραγματική σύνδεση με την κοινωνία. Η αξιοπιστία του κόμματος, αλλά και η δυνατότητά του να αποτελέσει μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση, κρίνονται αυτή τη στιγμή. Η διαχείριση της αποτυχίας και η αναδιάταξη των δυνάμεων και των προτεραιοτήτων είναι το κρίσιμο στοιχείο που θα καθορίσει το μέλλον του ΠΑΣΟΚ, σε μια εποχή που η πολιτική απαιτεί διαφάνεια, ειλικρίνεια και αληθινή δέσμευση. Η πολιτική μάχη είναι σκληρή και δεν χωράει πλέον τέτοιους είδους ατολμίες.


